ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΙ


Η Κύπρος γίνεται μέλος της ΕΕ. Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική παράμετρος, την οποία πρέπει να λάβουμε υπόψη και αυτή αφορά το μέλλον του κατεχόμενου μέρους της Κύπρου.
Παρά την πρόσκληση του τότε προέδρου της Δημοκρατίας, Γλαύκου Κληρίδη να συμμετάσχουν οι Τουρκοκύπριοι στις διαπραγματεύσεις, κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ. Οι Τουρκοκύπριοι ποτέ δεν απάντησαν θετικά στην έκκληση της Κυπριακής Δημοκρατίας να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις. Η στάση αυτή επισημάνθηκε πάμπολλες φορές από Ευρωπαίους επισήμους.

Η Κύπρος ελπίζει ότι με την ένταξη στην ΕΕ θα βελτιωθούν οι σχέσεις των δύο κοινοτήτων. Η καταλυτική παρουσία των θεσμών της Ένωσης, και η απόλυτη αφοσίωση στο σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων αλλά και της πολιτιστικής ταυτότητας των ατόμων, έχει υποβαθμίσει σε τεράστιο βαθμό τις πολύ σοβαρές διαφορές του παρελθόντος. Για το λόγο θέλει τους Τουρκοκύπριους να συμμετάσχουν στη διαπραγματευτική διαδικασία.
Διόλου παράξενο που ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Τάσσος Παπαδόπουλος ανακοίνωσε μέτρα προς τους Τουρκοκύπριους τα οποία θα έχουν ισχύ από την επομένη της υπογραφής της Συνθήκης Προσχώρησης στην ΕΕ.

Αρνητική η «επίσημη» στάση

Η στάση του κατοχικού καθεστώτος, όμως, όσον αφορά την Ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου ανέκαθεν κάθε άλλο παρά βοηθητική. Λίγο μετά το ξεκίνημα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων το 1990 ο κατοχικός ηγέτης, Ραούφ Ντενκτάς έδειξε τις προθέσεις του και με το γνωστό, προκλητικό του ύφος διακήρυξε ότι «ο κόσμος θα μάθει ότι οι Τουρκοκύπριοι δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν υποχωρήσεις».
Ο κατοχικός ηγέτης έδειξε ξεκάθαρα πως όχι μόνο δεν πρόκειται να συνεργαστεί, αλλά θα προέβαλλε οποιοδήποτε εμπόδιο για να σταματήσει τους Τουρκοκύπριους από το να συμμετάσχουν σε αυτή τη διαδικασία. Μέχρι σήμερα επιμένει ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία χωρίς την αναγνώρισή του και με κάθε ευκαιρία τονίζει πως η κυπριακή κυβέρνηση δεν αντιπροσωπεύει τους Τουρκοκυπρίους.

Μετά το Ελσίνκι τι;

Μετά τη Σύνοδο Κορυφής του το Δεκέμβριο του 1999 τα πράγματα άλλαξαν άρδην, αφού το πολιτικό πρόβλημα διαχωρίστηκε από την ένταξη στην Ένωση. Η απόφαση αυτή δημιούργησε μια νέα δυναμική για την ελληνοκυπριακή πλευρά, ενώ ταυτόχρονα έθεσε το κυπριακό σε τροχιά λύσης.
Η έννοια της Ενωμένης Ευρώπης έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ύπαρξη διαχωριστικών γραμμών στο νησί, καθώς η Κυπριακή Δημοκρατία εντάσσεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με κατεχόμενο ένα μέρος του εδάφους της από την Τουρκία. Άρα, σύμφωνα και με τη δήλωση του εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Τουρκία θα κατέχει (παρανόμως) ευρωπαϊκό έδαφος.

Καζάνι που βράζει τα κατεχόμενα

Ωστόσο, το τι θα γίνει με την τουρκοκυπριακή κοινότητα δεν ξεκαθάρισε ποτέ. Το κατοχικό καθεστώς του Ρ. Ντενκτάς είναι πλέον πιο απομονωμένο παρά ποτέ στο διεθνή περίγυρο, καθώς για πρώτη φορά απέσπασε, με το σπαθί του βεβαίως την επίσημη αρνητική τοποθέτηση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για την άρνησή του να δοθεί λύση στο πολιτικό πρόβλημα.
Οι Τουρκοκύπριοι, ωστόσο, δεν θέλουν να ζουν στην απομόνωση δεν θέλουν να απομακρυνθούν κι άλλο από την ΕΕ. Τα κατεχόμενα μοιάζουν με καζάνι που βράζει και κάθε μέρα που περνά η οργή του κόσμου γίνεται ολοένα και πιο έντονη.
Τα συλλαλητήρια και οι λαϊκές εξεγέρσεις κατάντησαν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο στα κατεχόμενα. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι στην πλειοψηφία τους νέοι ενώνουν καθημερινά τη φωνή τους και διαδηλώνουν ότι η παρούσα κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ.

Διχασμένη αντιπολίτευση

Τα τουρκοκυπριακά κόμματα όσον αφορά την προοπτική ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ ακολουθούν εκ διαμέτρου αντίθετη πολιτική, η οποία καθορίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις πάγιες τους θέσεις στην επίλυση του κυπριακού. Για τους Τουρκοκύπριους το θέμα της ένταξης της Κύπρου αποτελεί προέκταση του πολιτικού προβλήματος του τόπου και σχετίζεται άμεσα με την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι, τα δεξιά εθνικιστικά κόμματα που υπάρχουν στα κατεχόμενα και τα οποία υποστηρίζουν λύση συνομοσπονδίας δεν αποδέχονται την ένταξη ολόκληρης της Κύπρου στην Ένωση. Αντίθετα, υποστηρίζουν ξεχωριστή ένταξη της κάθε πλευράς, ενώ ταυτόχρονα επιθυμούν αποσύνδεση του κυπριακού από την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας.
Από την άλλη πλευρά, τα αριστερά τουρκοκυπριακά κόμματα υποστηρίζουν την ένταξη ολόκληρου του νησιού στην ΕΕ. Επιζητούν τη λύση, λαμβάνουν μέρος όποτε τους δοθεί η άδεια σε δικοινοτικές οργανώσεις και πιστεύουν ότι μέσω της ΕΕ το νησί μπορεί να ζήσει ειρηνικά.

Οφέλη από την ένταξη

Οι Τουρκοκύπριοι θα αποκομίσουν τεράστια οφέλη από την πλήρη ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και την επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Ως αποτέλεσμα πάνω το εισόδημα και το βιοτικό επίπεδο των Τουρκοκυπρίων θα παρουσιάσει απότομη και μόνιμη βελτίωση και οι Τουρκοκύπριοι θα λάβουν όλα τα οφέλη που απολαμβάνουν σήμερα οι πολίτες της Ευρώπης. Οι μισθοί θα αυξηθούν, οι νέοι θα πάψουν να μεταναστεύουν, η ανεργία θα μειωθεί σημαντικά, οι κοινωνικές συνθήκες θα φθάσουν τα ευρωπαϊκά επίπεδα, τα ανθρώπινα δικαιώματα θα γίνονται σεβαστά και θα υπάρχει μια πιο φιλελεύθερη και αποδεκτή μορφή δημοκρατίας.
Οι Τουρκοκύπριοι θα ωφεληθούν πολύ περισσότερο από κάθε άλλο τμήμα του λαού της Κύπρου γιατί οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της κοινότητας έχουν μείνει πίσω από της υπόλοιπης Κύπρου από το 1974 και ως αποτέλεσμα θα κερδίσουν γρήγορα τόσο από τη διαδικασία εναρμόνισης όσο και από τα ποσά αναπτυξιακής βοήθειας που θα πάρουν.
Στην «Τακτική Έκθεση για την Πρόοδο της Κύπρου προς την Ένταξη» (Οκτώβριος 1998), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει περιλάβει την ακόλουθη γενική εκτίμηση: «Η ενσωμάτωση του βόρειου μέρους της Κύπρου, ιδιαίτερα αν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ, δεν θα παρουσιάσει μεγάλες οικονομικές δυσκολίες λόγω του μικρού μεγέθους και των δυνατοτήτων του, ιδιαίτερα όσο αφορά την γεωργία και τον τουρισμό. Όμως, θα είναι σημαντικό όπως η βασική υποδομή αναβαθμιστεί στα επίπεδα του νότιου τμήματος του νησιού».