Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΕ


Αυλαία, χειροκρότημα και η σκηνή ξαφνικά γεμίζει φως. Η Κύπρος ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το όνειρο της προσχώρησης γίνεται πραγματικότητα. Μια πορεία χρόνων, που δοκιμάστηκε, που πέρασε δια πυρός και σιδήρου μέχρι να φτάσει στην ευτυχή κατάληξη.
Οι σχέσεις της Κύπρου με την Ευρωπαϊκή Ένωση χρονολογούνται από το 1972, όταν η Κυπριακή Δημοκρατία υπέγραψε συμφωνία σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ). Οι σχέσεις αυτές εξελίχθηκαν σταδιακά παρ' όλες τις δύσκολες συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά την Τουρκική εισβολή το 1974 και την κατοχή ενός μεγάλου τμήματος της κυπριακής επικράτειας.

Εμπορικές σχέσεις

Η Κύπρος συνδέεται με την Ευρωπαϊκή Ένωση από το 1973 με μια Συμφωνία Σύνδεσης η οποία προνοεί για την εγκαθίδρυση τελωνειακής ένωσης σε δυο στάδια. Η συμφωνία αυτή περιέχει διευθετήσεις για εμπορική, οικονομική και τεχνική συνεργασία οι οποίες θα εφαρμοστούν προς όφελος ολόκληρου του πληθυσμού του νησιού.
Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 οι δεσμοί της Κύπρου με την ΕΟΚ είχαν εμπορικό χαρακτήρα. Οι πολύ στενές σχέσεις με την ΕΕ αναπτύχθηκαν στη βάση της συμφωνίας της τελωνιακής σύνδεσης.

Μετάβαση σε δύο φάσεις

Το Πρωτόκολλο που διέπει τη μετάβαση στο δεύτερο στάδιο της Συμφωνίας, τη συμπλήρωση της τελωνειακής ένωσης, επίσης σε δυο φάσεις, τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1988.
Η πρώτη φάση, από το 1988 μέχρι το 1997 προνοούσε για τη μείωση από πλευράς της Κύπρου των τελωνειακών δασμών και των ποσοτικών περιορισμών στα βιομηχανικά προϊόντα.
Η δεύτερη φάση, από το 1998 μέχρι το 2002 αφορούσε την ελεύθερη και χωρίς περιορισμούς διακίνηση βιομηχανικών και γεωργικών προϊόντων και την υιοθέτηση της πολιτικής που απαιτείται για τη συμπλήρωση της τελωνειακής ένωσης.
Ενόψει, όμως, της έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων το Μάρτιο του 1998, για πρακτικούς λόγους οι διαπραγματεύσεις για τη δεύτερη φάση της τελωνειακής ένωσης αναβλήθηκαν.

Αίτηση για ένταξη

Στις 4 Ιουλίου 1990 η αίτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας για ένταξη στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες υποβλήθηκε στον Υπουργό Εξωτερικών της Ιταλίας, τότε Πρόεδρο του Συμβουλίου.
Η Επιτροπή στη γνωμοδότηση της για την αίτηση που εκδόθηκε στις 30 Ιουνίου 1993 και εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 17 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου, έκρινε την Κύπρο επιλέξιμη για ένταξη και εν αναμονή προόδου στο πολιτικό πρόβλημα επιβεβαίωσε ότι η κοινότητα ήταν έτοιμη να αρχίσει τη διαδικασία με την Κύπρο που θα οδηγούσε στην τελική της ένταξη.

Έναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων

Η Επιτροπή εισηγήθηκε στο Συμβούλιο την έναρξη ουσιαστικών συνομιλιών με την Κύπρο με την ελπίδα ότι θα διευκολύνουν τη διεξαγωγή των μελλοντικών ενταξιακών διαπραγματεύσεων και σύστησε την επανεξέταση της αίτησης τον Ιανουάριο του 1995.
Τα Ευρωπαϊκά Συμβούλια της Κέρκυρας τον Ιούνιο του 1994 και του Έσσεν το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου επιβεβαίωσαν ότι ο επόμενος γύρος της διεύρυνσης της Ένωσης θα περιλαμβάνει την Κύπρο.
Το Συμβούλιο Σύνδεσης ΕΕ- Κύπρου στις 12 Ιουνίου 1995 υιοθέτησε ένα κοινό ψήφισμα για την εγκαθίδρυση ενός διαρθρωμένου διαλόγου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κύπρου και για ορισμένα στοιχεία της στρατηγικής για την προετοιμασία της για ένταξη. Μάλιστα, το Συμβούλιο Σύνδεσης συμφώνησε ότι η ένταξη της Κύπρου στην Ένωση στοχεύει να ωφελήσει και τις δύο κοινότητες στο νησί και να συμβάλει στην ειρήνη και τη συμφιλίωση.
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λουξεμβούργου το Δεκεμβρίου 1997 αποφάσισε να εγκαινιάσει μια συνολική διαδικασία διεύρυνσης με τις δέκα αιτήτριες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και την Κύπρο, στις 30 Μαρτίου 1998.
Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Κύπρου με την Ευρωπαϊκή Ένωση άρχισαν στις 31 Μαρτίου 1998.

Το κοινοτικό κεκτημένο

Το πρώτο στάδιο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, που άρχισε στις 3 Απριλίου 1996, περιλαμβάνει την αναλυτική εξέταση του κοινοτικού κεκτημένου, το οποίο έχει χωριστεί σε 31 κεφάλαια.
Την ίδια εποχή άρχισαν και ουσιαστικές διαπραγματεύσεις για ορισμένα κεφάλαια του κεκτημένου.
Η Κύπρος εναρμονίζεται πλήρως με το κοινοτικό κεκτημένο λίγο πριν το τέλος του 2003. Η διαδικασία δεν ήταν ιδιαίτερα εύκολη.

Στην τελική ευθεία

Στις 21 Ιουνίου 1999, πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο η Διακυβερνητική Διάσκεψη ΕΕ – Κύπρου σε επίπεδο Υπουργών Εξωτερικών, κατά την οποία τόσο η Προεδρία της Ένωσης όσο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνώρισαν τις θετικές επιδόσεις της Κύπρου στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων ένταξης.
Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λάακεν το δεύτερο εξάμηνο του 2001 κατονομάστηκαν οι δέκα χώρες που αναμενόταν να ολοκληρώσουν τις διαπραγματεύσεις μέχρι το 2002, μεταξύ των οποίων ήταν και η Κύπρος.
Στο Ελσίνκι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποσυνδέει την ένταξη της Κύπρου από τη λύση του πολιτικού της προβλήματος, ενώ η Τουρκία χρίζεται υποψήφια χώρα.
Το Δεκέμβριο του 2002 στην Κοπεγχάγη επιβεβαιώνεται ότι η Κύπρος πολύ δύσκολα θα μπορούσε να χάσει το τρένο της ένταξης.
Το Φεβρουάριο του 2003 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δίνει τη σύμφωνη γνώμη της για τη διεύρυνση.
Το προτελευταίο βήμα πριν από την ένταξη. Στις 9 Απριλίου 2003 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δίνει ομόφωνα το πράσινο φως για τη διεύρυνση.
Ο επίλογος γράφεται στην Αθήνα στις 16 Απριλίου. Στην ιστορική στοά του Αττάλου, η Κύπρος, η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Σλοβακία, η Σλοβενία, η Τσεχία, η Λιθουανία, η Εσθονία, και η Λετονία υπογράφουν τη Συνθήκη Προσχώρησης και το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης από την ανατολή μέχρι τη Δύση παίρνει σάρκα και οστά.