> Ιστορικά Στοιχεία
 


Η διχοτόμηση της Κύπρου και ο διαχωρισμός του νησιού στα ελεύθερα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας και στο ψευδοκράτος, γυρίζει πολύ πίσω στο χρόνο. Η πολιτική της Τουρκίας στην Κύπρο μπορεί να χαρακτηρισθεί επεκτατική. Οι μέθοδοι που προετοίμασε επί σειρά ετών και που εφάρμοσε τελικά ήταν η απόσχιση, η εδραίωση της διαίρεσης και η αφομοίωση τμήματος της Κύπρου. Μια σύντομη αναδρομή στα γεγονότα αποδεικνύει την πορεία της τουρκικής επεκτατικής πολιτικής.

Η οθωμανική κυριαρχία στην Κύπρο τερματίστηκε το 1878 όταν το νησί παραχωρήθηκε από τον Σουλτάνο στη Βρετανία. Η Τουρκία, που διαδέχθηκε την Οθωμανική Αυτοκρατορία, παραιτήθηκε οριστικά των δικαιωμάτων της στην Κύπρο με τη Συνθήκη της Λοζάννης το 1923. Οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις που σημειώνονταν στην Τουρκία, όμως, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της τουρκικής εθνικής ιδεολογίας έτσι όπως προωθήθηκε στην Τουρκία από τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ επηρέασαν τους Τουρκοκυπρίους οι οποίοι άρχισαν να συνδέουν περισσότερο το μέλλον της κοινότητας τους με την μητέρα πατρίδας τους, την Τουρκία.

Παράλληλα, με το αίτημα των ελληνοκυπρίων για ένωση του νησιού με την Ελλάδα, οι τουρκοκύπριοι παρουσίασαν το αίτημα για διχοτόμηση, με την καθοδήγηση της τουρκικής κυβέρνησης η οποία στην δεκαετία του 1950 άρχισε να κάνει φανερές τις βλέψεις της για την Κύπρο. Όταν ο κυπριακός λαός διεκδίκησε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, η Τουρκία έθεσε θέμα «επιστροφής» της Κύπρου στον «ιδιοκτήτη» της, αποδεχόμενη ως μόνη εναλλακτική λύση την διχοτόμηση. Κατά τη διάρκεια του αποικιοκρατικού αγώνα 1955-59, η Άγκυρα ενθάρρυνε τους ηγέτες της Τουρκοκυπριακής κοινότητας να συνταυτιστούν με την βρετανική αποικιοκρατική κυβέρνηση σε μία προσπάθεια να εμποδίσουν τον αγώνα για ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Την ίδια στιγμή ιδρύεται με τις ευλογίες της Άγκυρας  το 1957 η τρομοκρατική οργάνωση ΤΜΤ στόχος της οποίας ήταν η διχοτόμηση της Κύπρου.

Ο αντιαποικιοκρατικός αγώνας των ελληνοκυπρίων έληξε το 1959 με τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου μεταξύ Βρετανίας-Ελλάδας και Τουρκίας. Η Κύπρος ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη Δημοκρατία και έγινε μέλος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Το δοτό Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας αποδείχθηκε ωστόσο ανεφάρμοστο σε πολλές από τις πρόνοιες του οι οποίες προκάλεσαν δυσκολίες στην ομαλή λειτουργία των δημοκρατικών διαδικασιών. Οι μεσοπρόθεσμοι στόχοι της Άγκυρας μετά την ανεξαρτησία ήταν η βίαιη συγκέντρωση των Τουρκοκυπρίων σε μία συμπαγή περιοχή και η δημιουργία ενός παράλληλου «κράτους» πέραν της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο διαμελισμός του νησιού και η ανταλλαγή πληθυσμών αποτέλεσε την εθνική στρατηγική της Τουρκίας με στόχο τον πλήρη έλεγχο της Κύπρου.

Όταν το Νοέμβριο του 1963 ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπος Μακάριος υπέβαλε στον Τουρκοκύπριο Αντιπρόεδρο 13 προτάσεις για τροποποίηση του Συντάγματος, η απάντηση της τουρκοκυπριακής ηγεσίας μετά από οδηγίες της Άγκυρας ήταν η ανοικτή ανταρσία τον Δεκέμβριo και η αποχώρηση των τουρκοκυπρίων από την κυβέρνηση.

Η τρομοκρατική οργάνωση ΤΜΤ εξανάγκασε στη συνέχεια με απειλές τους τουρκοκύπριους να μετακινηθούν σε στρατιωτικούς θύλακες γεγονός που αποτέλεσε την απαρχή μιας δικοινοτικής κρίσης. Η Βρετανία ως εγγυήτρια δύναμη για να διασφαλίσει τα συμφέροντά της στην Κύπρο ανέλαβε στις αρχές του 1964 κάποιες πρωτοβουλίες για εξεύρεση λύσης. Τότε ήταν που κάποιος Βρετανός Στρατηγός χάραξε στο χάρτη της Λευκωσίας με πράσινο μολύβι τη γραμμή των θέσεων των Ελλήνων και των Τούρκών, την «πράσινη Γραμμή» που πολλοί θεωρούν την απαρχή της εφαρμογής του διαμελισμού της Κύπρου.

Στις 4 Μαρτίου 1964 αποστέλλεται στην Κύπρο ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών και αποφασίζεται ο διορισμός μεσολαβητή για επίτευξη συμφωνίας με βάση τον χάρτη του ΟΗΕ.

Το 1968 άρχισαν δικοινοτικές συνομιλίες με τους τουρκοκύπριους ηγέτες με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας σε ένα νέο συνταγματικό σύστημα μέσω διαπραγματεύσεων. Η Τουρκοκυπριακή ηγεσία που είχε ταυτιστεί πλήρως με τα σχέδια της Τουρκίας συνέχισε να υποστηρίζει το διαχωρισμό του νησιού. Οι προθέσεις των Τούρκων έγιναν σαφέστατες το καλοκαίρι του 1974. Χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα το πραξικόπημα της χούντας των Αθηνών εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης της Κύπρου η Τουρκία εισέβαλε στο νησί και επέβαλε με τη βία των όπλων και με μεθόδους εθνικού ξεκαθαρίσματος τις συνθήκες που θα τη βοηθούσαν στα διαμελιστικά και κατακτητικά της σχέδια.

Το 1975 ο κατοχικός ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς προχώρησε σε ένα ακόμη βήμα προς τη διχοτόμηση ανακηρύσσοντας την κατεχόμενη περιοχή σε «Τουρκική Ομόσπονδη Πολιτεία της Κύπρου». Ο Ντενκτάς έδωσε σαφή ένδειξη της πρόθεσης του να εδραιώσει τα τετελεσμένα παρά να αναζητήσει μια λύση όταν τον Ιούλιο του 1982 αποφάσισε να δώσει στους έποικους από την Ανατολία «τίτλους ιδιοκτησίας» των ελληνοκυπριακών περιουσιών. Επιπρόσθετα το κατοχικό καθεστώς άρχισε να δημιουργεί «υπουργεία» και «υπηρεσίες», να εκδίδει «ταξιδιωτικά έγγραφα» ενώ προχώρησε και σε ίδρυση «κεντρικής τράπεζας».

Και ενώ ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ ανέπτυσσε νέα πρωτοβουλία για να αρχίσουν ουσιαστικές συνομιλίες για δίκαιη λύση του προβλήματος, ο Ντενκτάς ανακήρυξε στις 15 Νοεμβρίου 1983 τη λεγόμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ με τα ψηφίσματα 541 και 550 καταδίκασε ως νομικά άκυρη την ανακήρυξη του ψευδοκράτους και κάλεσε όλες τις χώρες να μην το αναγνωρίσουν. Μόνο η Τουρκία δεν υπάκουσε.