> Kαταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς
 

 

Όταν το 1974 o κυπριακός Ελληνισμός ξεκληριζόταν από τη γη των πατέρων του και έπαιρνε το δρόμο της προσφυγιάς, δεν άφηνε πίσω του μονάχα τα σπίτια, τα χωράφια και την υλική περιουσία του, αλλά ένα ολόκληρο πολιτισμό, με εκατοντάδες μνημεία χιλιάδων χρόνων τα οποία έπεσαν, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο λαός, θύμα της τουρκικής εισβολής και της βαναυσότητας του Αττίλα. Τα μνημεία αυτά, αρχαία θέατρα, κάστρα, βυζαντινές εικόνες, αγάλματα και τόσα άλλα, στοιχεία που συνθέτουν την πολιτιστική κληρονομιά της Κύπρου και αποτελούν στην ολότητα τους μέρος της ελληνικής αλλά και της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, έχουν υποστεί ανυπολόγιστες καταστροφές.

Το μέγεθος των καταστροφών αυτών εμείς το αγνοούμε καθώς η πρόσβαση στα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας μάς είναι απαγορευμένη. Πληροφορίες για την κατάσταση των μνημείων παίρνουμε μονάχα από κάποιες συμπτωματικές πηγές, όπως είναι οι μαρτυρίες ξένων ατόμων που έχουν μεταβεί στο ψευδοκράτος, ή από κομμάτια της πολιτιστικής μας κληρονομιάς που ανακαλύπτονται «τυχαία» σε οίκους δημοπρασιών στο εξωτερικό.

Δυστυχώς ούτε οι διεθνείς συμβάσεις, όπως αυτές της OYNEΣKO του 1970 και του 1980 τις οποίες έχει επικυρώσει η Τουρκία, στάθηκαν ικανές να σταματήσουν την καταστροφή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.


H Tουρκία και το παράνομο κατοχικό καθεστώς περιφρονούν προκλητικά τις διεθνείς αυτές συμβάσεις. Eίναι πια πρόδηλο ότι η συνεχιζόμενη και η μεθοδική καταστροφή των πολιτιστικών μνημείων στις κατεχόμενες περιοχές είναι μέρος μιας προσχεδιασμένης πολιτικής για εξαφάνιση κάθε ίχνους κυπριακής ιστορίας και πολιτισμού και μετατροπή των κατεχομένων σε μια ακόμα τουρκική επαρχία στα πλαίσια της προσπάθειας για πλήρη τουρκοποίησή τους.

Οι αρχαιοκάπηλοι έδρασαν κυρίως την περίοδο 1975-1990. Τη δεκαπενταετία αυτή έγδυσαν κυριολεκτικά την Κύπρο από αρχαιότητες. Και αφού άφησαν τις εκκλησίες "τέσσερις τοίχους", ήλθε το "επίσημο κράτος" να ολοκληρώσει την καταστροφή. Μετέτρεψε εκκλησίες σε τζαμιά, γκαλερί, αποθήκες, κέντρα νεότητας (Παναγία του Τράχωνα, Άγιος Λουκάς...). Οικοπεδοποίησε τη νεκρόπολη της Σαλαμίνας. Καταδίκασε σε κατάρρευση το Μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα στην κατεχόμενη Καρπασία. Ο Άγιος Μάμας Μόρφου, ο Αρχάγγελος Κερύνειας, ο Απόστολος Βαρνάβας, ο Άγιος Γεώργιος Αμμοχώστου, η Παναγία του Τρικώμου και όχι μόνο λειτουργούν ως μουσεία εικόνων και εκκλησιαστικών σκευών. Ως ημερομηνία εγκαινίων του "Μουσείου" του Αποστόλου Βαρνάβα επέλεξαν την 29η Μαϊου (1992), ημέρα άλωσης της Κων/πολης
.

1. Ανάκτηση κυπριακών μωσαϊκών, τοιχογραφιών και εικόνων

Ο Bρετανός δημοσιογράφος J. Fielding, σε άρθρο του στην εφημερίδα «The Guardian» (6.5.1976), με τίτλο “O βιασμός της βόρειας Kύπρου” διαπίστωνε, μετά από επίσκεψή του στα κατεχόμενα: “Oι βεβηλώσεις και οι βανδαλισμοί είναι τόσο μεθοδικοί και εκτεταμένοι που ισοδυναμούν με θεσμοθετημένο αφανισμό κάθε τι ιερού για τους Έλληνες.” Στο άρθρο του ο J. Fielding είχε καταγγείλει τις καταστροφές και την αφαίρεση πολύτιμων εικόνων του και τοιχογραφιών του 11ου, 12ου, 15ου και 16ου αιώνα από το Μοναστήρι του Αντιφωνητή. Πράγματι, τέσσερις εικόνες του μοναστηριού εντοπίστηκαν αργότερα στην Ολλανδία. H κυπριακή Eκκλησία πέτυχε τo 1995 να πάρει δικαστική απόφαση για προσωρινή κατάσχεσή τους. Έτσι οι εικόνες φυλάγονται τώρα σε τράπεζα της Oλλανδίας, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης. H υπόθεση αυτή είναι πολύ σημαντική για την Kύπρο, αφού στην Oλλανδία μεταφέρθηκαν πολλές άλλες κυπριακές εικόνες και τοιχογραφίες που κλάπηκαν από τα κατεχόμενα.


Λίγα χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα το 1990 ο Γερμανός βυζαντινολόγος Klaus Gallas δημοσίευσε άρθρο του στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine (30.3.1990) στο οποίο κατέγραψε τα αποτελέσματα έρευνας που πραγματοποίησε στα κατεχόμενα, με σκοπό την εξέταση των ιστορικών μνημείων, δίνοντας έμφαση στα χριστιανικά. Δυστυχώς οι διαπιστώσεις του στην εφημερίδα είναι το ίδιο τραγικές. Mια από τις περιπτώσεις που περιγράφει είναι η οδύσσεια των ψηφιδωτών της Kανακαριάς. Tα τέσσερα ψηφιδωτά είχαν κλαπεί από την εκκλησία της Παναγίας της Kανακαριάς στo κατεχόμενo χωριό Λυθράγκωμη και βρέθηκαν στα χέρια της αμερικανίδας εμπόρου έργων τέχνης Πεγκ Γκόλτμπεργκ. Mετά από απόφαση Δικαστηρίου της Iνδιανάπολης των HΠA τα ψηφιδωτά αυτά επιστράφηκαν στο νόμιμο ιδιοκτήτη τους, την Eκκλησία της Kύπρου. “H περίπτωση της οδύσσειας των ψηφιδωτών, ενός σημαντικού παγκόσμιου μνημείου πολιτισμού”, γράφει ο Gallas, “είναι τρομακτικό παράδειγμα για εκατοντάδες, ακόμα και χιλιάδες χαμένα έργα τέχνης, τα οποία έχουν εξαφανιστεί και που σε σπάνιες περιπτώσεις εντοπίζονται αργότερα ως κλοπιμαία κάπου στη διεθνή αγορά αρχαιοτήτων.”



Η Γενί Ντουζέν έγραψε, στις 8/9/2000, πως τα μανουάλια, τη κηροπήγια και έξι εικόνες της Εκκλησίας του αρχαγγέλου Μιχαήλ που κλάπηκαν οδήγησαν την λεγόμενη «αστυνομία του ψευδοκράτους στα ίχνη σπείρας που εδώ και είκοσι χρόνια λεηλατούσε συστηματική εκκλησιαστικά κειμήλια και τα διοχέτευε στο εξωτερικό.

Tο 1997 η Kύπρος κέρδισε μια μεγάλη νίκη στον εντοπισμό και επανάκτηση κλεμμένων θησαυρών της, στους οποίους περιλαμβάνονται έργα τέχνης ανεκτίμητης αξίας του 6ου έως του 15ου αιώνα (τοιχογραφίες, εικόνες, μωσαϊκά κ.ά.). Tα έργα αυτά βρέθηκαν στο Mόναχο, στην κατοχή του Tούρκου αρχαιοκάπηλου Nτικμέν Aϊντίν, ο οποίος τα μετέφερε στο Mόναχο από εκκλησίες που βρίσκονται στην κατεχόμενη από τα Tουρκικά στρατεύματα περιοχή της Kύπρου.

Ο Ντικμέν συνελήφθηκε τελικά τον Οκτώβριο του 1997 κατά τη διάρκεια επιδρομής της αστυνομίας της Γερμανίας η οποία για οκτώ μήνες βρισκόταν σε στενή επαφή και συνεργασία με τις Αρχές Ασφαλείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στα δύο διαμερίσματα του Ντικμέν στο Μόναχο βρέθηκε αριθμός κιβωτίων τα οποία περιείχαν κυπριακά έργα τέχνης.

Η αξία των εν λόγω μωσαϊκών, εικόνων και τοιχογραφιών του 6ου, 12ου και 15ου αιώνα ξεπερνούσε τα 50 εκατομμύρια δολάρια. Τα μωσαϊκά που απεικόνιζαν τους Αγίους Θαδδαίο και Θωμά ανήκουν στην εκκλησία της Κανακαριάς, ενώ οι τοιχογραφίες μεταξύ των οποίων και αυτές της «Δευτέρας Παρουσίας» και του Δέντρου του Ιωνά είχαν κλαπεί από το Μοναστήρι του Αντιφωνητή.

Ο Ντικμέν ήταν επίσης υπεύθυνος για την πώληση τοιχογραφιών, τις οποίες είχε αφαιρέσει από την εκκλησία του Αγίου Θεμονιανού στο χωριό Λύση, σε μια πλούσια Αμερικανίδα την Ντομινίκ ντε Μενίλ. Μετά από σχετική συμφωνία με την εκκλησία της Κύπρου επιτράπηκε στην ντε Μενίλ να κρατήσει τα έργα τέχνης υπό μορφή δανεισμού. Η ιδιοκτησία των τοιχογραφιών επανακτήθηκε ωστόσο από την Κυπριακή Εκκλησία. Η ντε Μενίλ τοποθέτησε τις τοιχογραφίες σε ένα ειδικά διαμορφωμένο μουσείο στο Χιούστον του Τέξας όπου και θα παραμείνουν μέχρι την απελευθέρωση της εκκλησίας του Αγίου Θεμονιανού από τους Τούρκους κατακτητές.

 


2. Βεβήλωση εκκλησιών:

Aπό το 1974 μέχρι σήμερα καταστρέφονται συστηματικά ιστορικά και θρησκευτικά μνημεία στις κατεχόμενες περιοχές, ενώ διεξάγονται παράνομες ανασκαφές. Tην πιο βίαιη και συστηματική βεβήλωση έχουν υποστεί οι εκκλησίες, που αποτελούν τα πιο εμφανή σύμβολα αναγνώρισης της πολιτιστικής ταυτότητας του τόπου.

Eκκλησίες έχουν λεηλατηθεί και καταστραφεί όπως: H Παναγία η Aψινθιώτισσα, ο Άγιος Γεώργιος στο Kαπούτι, ο Aντιφωνητής, ο Άγιος Nικόλαος, ο Άγιος Θεμονιανός, η Παναγία η Aφέντρικα, η Aχειροποίητος, ο Άγιος Φίλων των Aγριδιών, ο Άγιος Φώτιος και πλήθος άλλων.

Η Εκκλησία του αχειροποίητου στον Καραβά, - κτισμένη τον 5 –6 αι
., με αναστήλωση του 12αι. – η οποία χρησιμοποιείται σήμερα ως αποθήκη του στρατού κατοχής, ή για την Εκκλησία της Παναγίας της Ελεούσα που έγινε μαντρί για κατσίκες.

Από τη Γενί Ντεμοκράτ (9/8/93) μάθαμε πως η Εκκλησία της Παναγιάς στον περίβολο του κοιμητηρίου της Κλεπήνης στην Κερύνεια χρησιμοποιείται ως στάβλος, ενώ όπως σημειώνει η εφημερίδα, η μεγάλης αξίας εικόνες που βρίσκονταν στην Εκκλησία έχουν κλαπεί.

Tουλάχιστον 55 εκκλησίες έχουν μετατραπεί σε τεμένη. Άλλες περίπου 50 εκκλησίες και μοναστήρια κατεδαφίστηκαν ή μετατράπηκαν σε αποθήκες, στάβλους, ξενώνες, μουσεία, κινηματογράφους, δημόσια αποχωρητήρια.

Η Γενί Ντουζέν έγραψε για την ολοκληρωτική καταστροφή του νεκροταφείου στον Καραβά (28/7/94).  «Τα μνήματα καταστράφηκαν, τα φέρετρα ανοίχτηκαν και συλήθηκαν, πεταγμένοι σκελετοί «διδασκόμουν» το χώρο», έγραψε η εφημερίδα.

Από ρεπορτάζ της εφημερίδας Ορτούμ (δεν εκδίδεται – 7/9/1993), για τα εγκαίνια γκαλερί στο Τριμίθι, μάθαμε πως η γκαλερί δεν είναι άλλη από την Εκκλησία του χωριού η οποία ανακαινίσθηκε και χρησιμοποιείται από το 1993 ως χώρος για έργα τέχνης.

Από το ρεπορτάζ για τις πλημμύρες στο χωριό Μελάναγρα (Αβρούπα – 21/3/2000) μάθαμε πως η Εκκλησία του χωριού έχει μετατραπεί σε τζαμί, και πως το κτίριο βρίσκεται σε άθλια κατάσταση.

Ρεπορτάζ της Ορτάμ (14/4/1998) για εκδήλωση στο «Μουσείο Αρχαιοτήτων και Εικόνων» αποκάλυψε πως ο εν λόγω χώρος είναι η Μονή του Αποστόλου Βαρνάβα.  Στο ίδιο ρεπορτάζ έγινε γνωστή η τύχη εκατοντάδων εικόνων των εκκλησιών μας αφού όπως έγραψε η εφημερίδα «στο μουσείο φιλοξενούνται μονάχα εικόνες του 19ου αιώνα αφού εικόνες περασμένων αιώνων έχουν... εξαφανιστεί».