|

Η κοινωνία των κατεχομένων είναι μια παραδοσιακή πατριαρχική
κοινωνία στην οποία η γυναίκα αν και έχει αρκετές ελευθερίες
συνεχίζει να εξαρτάται από τον άντρα-πατέρα. Ο άντρας κάνει κουμάντο
στο σπίτι, εργάζεται και φέρνει τα λεφτά στην οικογένεια ενώ η θέση
της γυναίκας στην κοινωνία είναι σαφώς πιο περιορισμένη. Υπάρχουν,
όμως, πολλές εργαζόμενες γυναίκες, ενώ οι νέες κοπέλες έχουν αρχίσει
να απαιτούν τα δικαιώματά τους. Παρόλα αυτά όμως οι γυναίκες των
κατεχομένων, ζουν στο ψευδοκράτος αντιμέτωπες με όλα τα προβλήματα
της ζωής, αφήνοντας τα «μεγάλα και σπουδαία» στον ανδρικό πληθυσμό.
Σε πολλά σημεία η κατεχόμενη περιοχή θυμίζει την συντηρητική Κύπρο
της δεκαετίας του 1970, γεγονός φυσιολογικό αν αναλογιστεί κανείς
πως η απομόνωση του ψευδοκράτους έχει καθυστερήσει την κοινωνική
εξέλιξη. Οι χαλαροί θρησκευτικοί δεσμοί που είχαν πάντα οι
τουρκοκύπριοι επέτρεψε επίσης στην τουρκοκύπρια γυναίκα να είναι
σχετικά ανεξάρτητη. Η νοοτροπία και η κοινωνική κουλτούρα των
τουρκοκυπρίων δεν διαφέρει πολύ από την αυτή των ελληνοκυπρίων. Οι
νέοι έχουν επίσης αρκετές ελευθερίες. Ένα μεγάλο ποσοστό της
νεολαίας λαμβάνει ανώτατη μόρφωση, είτε φοιτώντας στα τουρκικά
πανεπιστήμια, είτε φοιτώντας στα παράνομα πανεπιστήμια που
λειτουργούν αυτή τη στιγμή στα κατεχόμενα.
Έποικοι:
Ωστόσο στις οικογένειες των εποίκων επικρατεί μία εντελώς
διαφορετική κατάσταση. Προερχόμενοι από τα βάθη της Ανατολικής
Τουρκίας οι έποικοι είναι παραδοσιακοί μουσουλμάνοι με εντελώς
διαφορετική κουλτούρα και τρόπους συμπεριφοράς. Στις δικές του
οικογένειες η γυναίκα αντιμετωπίζεται ως κατώτερο άτομο, δεν της
επιτρέπεται να δουλεύει, κυκλοφορεί με τον παραδοσιακό φερετζέ
(κάλυμμα κεφαλιού) ενώ αποκλειστική της ενασχόληση είναι τα πολλά
παιδιά που αποκτά και το «σπίτι» της. Οι έποικοι έχουν ένα εντελώς
διαφορετικό τρόπο ζωής, τρώνε διαφορετικά φαγητά, είναι βαθιά
θρησκευόμενοι και υπερβολικά συντηρητικοί. Ανάμεσα στους
τουρκοκύπριους και τους έποικους υπάρχουν τεράστιες διαφορές αλλά
και εντάσεις και οι μεν αντιμετωπίζουν τους δε με καχυποψία και
επιφυλακτικότητα. Η παρουσία των εποίκων έχει δημιουργήσει ένα
αίσθημα απειλής για τους Τουρκοκυπρίους ειδικότερα αφού οι έποικοι
λειτουργούν πολλές φορές και ως πράκτορες του καθεστώτος Ντενκτάς.
Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει πολλούς Τουρκοκύπριους στην
μετανάστευση. Οι ίδιοι οι τουρκοκύπριοι έχουν καταστεί μειονότητα
στα κατεχόμενα, θύματα της πολιτικής του επεκτατισμού που εφαρμόζει
η ηγεσία τους.
Οικονομική κατάσταση: Όλα αυτά σε συνδυασμό με την
κακή οικονομική κατάσταση που επικρατεί στα κατεχόμενα προκαλεί
ποικίλες αντιδράσεις στην καθημερινή ζωή. Στα κατεχόμενα υπάρχουν
μισθοί πείνας. Ο ετήσιος μέσος μισθός ενός ατόμου είναι μόνο 2.000
λίρες Κύπρου. Η ζωή είναι πολύ ακριβή και ο κόσμος δεν έχει χρήματα
να αντεπεξέλθει. Ο πληθωρισμός είναι στα ύψη (65%) ενώ υπάρχει και
μεγάλη ανεργία της τάξης του 45%. Την ίδια στιγμή η οικονομική
κρίση, η διασπάθιση του «δημόσιου» χρήματος, η διαφθορά, οι
καταχρήσεις και η κακή διαχείριση εντείνουν ακόμα περισσότερο το
πρόβλημα.
Βασικός προμηθευτής των κατεχομένων σε βασικά αγαθά, όπως είναι για
παράδειγμα τα φάρμακα, είναι η Τουρκία, η οποία δεν διστάζει να
διπλασιάσει πολλές φορές την τιμή των διαφόρων προϊόντων. Η Τουρκία
δίνει επίσης κάθε μήνα ένα σημαντικό χρηματικό ποσό στην εκάστοτε
ψευδοκυβέρνηση το οποίο θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό για τη
βιωσιμότητά της. Μέσα από αυτό το πρίσμα είναι εύκολο να
αντιληφθούμε πως οι προοπτικές για τους νέους ανθρώπους είναι μάλλον
ανύπαρκτες, γεγονός που αποτελεί ακόμα ένα παράγοντα που οδηγεί στην
μετανάστευση.
Μπουρζουαζία: Θα πρέπει φυσικά να σημειώσουμε πως και
στα κατεχόμενα υπάρχει μια μικρή «ανώτερη» τάξη, μια μικρή
μπουρζουαζία, η οποία δημιουργήθηκε μετά το 1974 εκμεταλλευόμενη
κάποιες καταστάσεις. Η τάξη αυτή συγκεντρώνει στα χέρια της πλούτο
και εξουσία. Σε αυτή την τάξη ανήκει η μεγάλη πλειοψηφία του
πολιτικού κόσμου των κατεχομένων με πρώτο και καλύτερο τον Ραούφ
Ντενκτάς. Η μεγάλη πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων, όμως, ανήκει στην
εργατική τάξη και αυτή η τάξη επιθυμεί διακαώς λύση του Κυπριακού
προβλήματος.
Χώρος:
Τα πάντα στα κατεχόμενα έχουν μείνει στο 1974. Τα κτίρια και το
περιβάλλον καθόλου δεν θυμίζουν την μεγάλη οικονομική ανάπτυξη που
έχει πάρει η ελεύθερη Κύπρος μετά την εισβολή. Τα πάντα έχουν μείνει
στάσιμα, οι δρόμοι, τα σπίτια, τα άλλοτε δημόσια κτίρια, οι
αρχαιολογικοί χώροι και όλα όσα αποτελούν την πολιτιστική μας
κληρονομιά. Η φυσική φθορά είναι εμφανής σε όλους τους χώρους,
ειδικότερα στα τείχη της κατεχόμενης Λευκωσίας. Η κακή οικονομική
κατάσταση που επικρατεί στα κατεχόμενα παρουσιάζει και σε αυτό τον
τομέα συνέπειες αφού δεν υπάρχουν λεφτά στα ταμεία του ψευδοκράτους
για επιδιόρθωση των ζημιών. Τα σπίτια που οι Ελληνοκύπριοι
αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν μετά την τουρκική εισβολή του 1974
φέρουν επίσης τα σημάδια του χρόνου, καθώς τα άτομα που κατοικούν
τώρα στα σπίτια αυτά - Τουρκοκύπριοι ή έποικοι - δεν έχουν την
οικονομική δυνατότητα να τα επιδιορθώσουν. Το γεγονός αυτό είχε
πάντως θετικές συνέπειες όσον αφορά τη διατήρηση του φυσικού
περιβάλλοντος στα κατεχόμενα αφού δεν έχει επιτευχθεί μεγάλη
τουριστική ανάπτυξη. Ειδικότερα στην περιοχή της Καρπασίας, την
οποία το ντενκτασικό καθεστώς επιχειρεί να μετατρέψει σε λεγόμενο
«εθνικό πάρκο» έχει διατηρήσει την παρθένα ομορφιά της καθώς και τα
κοπάδια από άγρια γαϊδούρια που υπήρχαν ανέκαθεν στην περιοχή.
|